|
28 Ιανουαρίου 2009 Ομιλία στην εκδήλωση του συνδέσμου αγωνιστών για την γιορτή των γραμμάτων
Φίλες και Φίλοι, Στη μικρή ή μεγάλη πορεία ενός λαού κι ενός έθνους, κάποιες ημέρες σηματοδοτούν και αναδεικνύουν τα μεγάλα ορόσημα που ο λαός έχει επιλέξει να καθιερώσει στην συλλογική του μνήμη. Η 30η Ιανουαρίου καθιερώθηκε ως η γιορτή των γραμμάτων, η ημέρα που η Ορθόδοξη Αποστολική Εκκλησία τιμά, πέραν από τις προσωπικές τους εορτές, τη κοινή μνήμη των τριών κορυφαίων πατέρων της: Του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου.
Ταυτόχρονα, η ίδια μέρα έχει καθιερωθεί στον ελληνικό χώρο, μέρα των Γραμμάτων και του Πνεύματος. Πώς και γιατί όμως, μία καθαρά εκκλησιαστική γιορτή έχει καθιερωθεί, ως ταυτόχρονη γιορτή της γνώσης και της πνευματικής καλλιέργειας; Ποιά κριτήρια συνέτειναν στη επιλογή και αναγνώριση της συγκεκριμένης ιερής τριανδρίας, ανάμεσα στους αναρίθμητους πατέρες της αγιοπνευματικής μας παράδοσης; Πόσο μάλλον, για ποιούς λόγους αναγνωρίζονται οι τρείς Ιεράρχες ως προστάτες της παιδείας και όχι λόγου χάρη κάποιοι αρχαίοι φιλόσοφοι;
Το πρωτεύον όμως ερώτημα, είναι ποιά μηνύματα μπορούν να εξαχθούν μέσα από το έργο και προσφορά των Τριών Ιεραρχών γύρω από τα σημερινά, μείζονα ζητήματα που απασχολούν της παιδεία μας. Η ιστορία μας πληροφορεί ότι ο κοινός εορτασμός των τριών Αγίων μορφών της Ορθοδοξίας, όπως θεσπίστηκε κατά τον 11ο αιώνα, έτεινε σταδιακά, κατά τη διάρκεια των νεότερων Βυζαντινών χρόνων και ιδιαίτερα της Τουρκοκρατίας, να επικρατήσει και ως Γιορτή των Γραμμάτων. Ο λόγος ήταν ότι και οι τρεις αυτοί άνδρες υπήρξαν από τη μια, θεωρητικοί αλλά και ουσιαστικοί εκφραστές της γνήσιας Ευαγγελικής αλήθειας, ενσαρκωτές της παράδοσης των Αγίων και από την άλλη υπήρξαν γνώστες, εντρυφητές και συνεχιστές των ελληνικών γραμμάτων. Είχαν όπως συνήθιζε να λέει ο Μακρυγιάννης, και τα δύο πόδια γερά, πληρότητα παιδείας και πληρότητα αγιοπνευματικής παράδοσης. Ο προφορικός και γραπτός τους λόγος, βρίθει από τις αρχές και αξίες που διακύρησσαν και οι οποίες αποτελούν το καρπό του μεγαλύτερου τους κατορθώματος: της σύζευξης και εναρμόνιση της αρχαίας ελληνικής σοφίας και της χριστιανικής αλήθειας. Οι τρεις Ιεράρχες, είχαν συνειδητοποιήσει και διακηρύξει την ανάγκη της παράλληλης διανοητικής μόρφωσης και της ηθικής καλλιέργειας. Σπούδασαν την αρχαία ελληνική παιδεία γιατί τη θεωρούσαν αστείρευτη πηγή πνευματικού θησαυρού, όμως αποστασιόποιηθηκαν από την ηθική καλλιέργεια των αρχαίων ελλήνων. Προήγαγαν με τα έργα τους την γλώσσα, δημιούργησαν γραμματεία εφάμιλλη της αρχαίας ελληνικής και πέρασαν στα συγγράμματα τους, τα αγαθά της ελληνικής παιδείας, αφού την αποκάθαραν από τη κατάπτωση της θρησκευτικής και ηθικής ζωής των αρχαίων ελλήνων.
Πίστευαν ότι όπου επικρατεί μονομερώς η νόηση, όπου παραβλέπονται και υποβαθμίζονται οι ηθικές αξίες και σαν μοναδική θεότητα λατρεύεται η επιστήμη, η σύγχρονη τεχνολογία και τα υποκατάστατα της, εκεί αργά ή γρήγορα η ψυχή ερημώνεται και ακολουθεί η κατάπτωση και η παρακμή. Και αυτό ακριβώς το αξίωμα, που θεμελίωσαν οι τρεις Ιεράρχες πριν από 1600 και πλέον χρόνια, έχει αποδείξει τη διαχρόνικότητα του και ασφαλώς σήμερα καθίσταται πιο επίκαιρο από ποτέ. Σήμερα, που ως επί το πλείστο, η μόρφωση και η γνώση δεν συνοδεύεται από ηθικούς φραγμούς, δυστυχώς μετατρέπεται σε όπλο εναντίον των συνανθρώπων μας. Σήμερα που η επιστήμη, αντί να τίθεται στην υπηρεσία του ανθρώπου, μεθοδεύει τη καταστροφή του. ∆ίκαια λοιπόν θεωρούνται οι τρεις Καππαδόκες Πατέρες μας, ως ο χρυσός κρίκος που συμφιλίωσαν και γεφύρωσαν τους δύο μέχρι την εποχή τους αντίθετους κόσμους, τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό και το Χριστιανικό πνεύμα. Η προσφορά τους στη Ελληνορθόξη Εκκλησία υπήρξε αξιοθαύμαστη. ∆εν υπήρξαν απλώς ποιμένες, κήρυκες του Θείου Λόγου, ή καθοδηγητές. Ήταν άνθρωποι της άσκησης, της εγκράτειας, της προσευχής, της καθαρότητας και της νηστείας. Άνθρωποι στους οποίους ο βίος συμπορευόταν με το λόγο και ο λόγος με τη ζωή. Ακούραστοι εργάτες της αγάπης και της φιλανθρωπείας, αποδείχτηκαν πρώτα και κύρια άνθρωποι που πόνεσαν βαθιά τον άνθρωπο, αφήνοντας ο καθένας από τους τρεις τους, ένα τεράστιο κοινωνικό έργο, με ευαγή ιδρύματα για αυτούς που είχαν ανάγκη. Η μεγαλύτερη τιμή λοιπόν την οποία οφείλουμε να αποδώσουμε σήμερα στους Θεόπνευστους αυτούς Πατέρες, είναι γνωρίζοντας ακριβώς τη ζωή και το έργο τους, να αντλήσουμε διδάγματα που θα μας οδηγήσουν σε προβληματισμό, σε σκέψεις και αποφάσεις για το σκοπό και τον χαρακτήρα της παιδείας και του εκπαιδευτικού μας συστήματος.
Σήμερα που είναι περισσότερο από εμφανές ότι, και η κυπριακή κοινωνία, παραπαίει ανάμεσα στις αξίες που απαρνιέται και στις απαξίες που εγκολπώνεται, ανάμεσα στη νουθεσία που απορρίπτει και την ένοχη σιωπή που προκρίνει, ανάμεσα στις γονικές ευθύνες που εξαιτίας του κόπου τους τις παραμελεί και στη αδιαφορία, την αμέλεια και την αναπαυτική ζωή που προτιμά. Αν θέλουμε συνεπώς να αλλάξουμε την κοινωνία μας, αν πραγματικά θέλουμε να θέσουμε τέλος στη κρίση που ταλανίζει τις αξίες και το κοινωνικό μας σύστημα, θα πρέπει να ενσκύψουμε στα πραγματικά προβλήματα της παιδείας μας. Της παιδείας που σύμφωνα με τους τρεις Ιεράρχες, δεν συνίσταται στη πολυμάθεια, στη μετάδοση δηλαδή ξηρών γνώσεων, όπως κάνουμε εμείς σήμερα, αλλά στην αφύπνιση έμπνευσης και στην καλλιέργεια της ψυχής και προσωπικότητας του ατόμου. Χρειάζεται δηλαδή, να δοθεί προτεραιότητα στις ψυχικές αξίες, τα πνευματικά χαρίσματα, τον εσωτερικό πλούτο του ανθρώπου και στην συνέχεια να φροντίσουμε για την ικανοποίηση των βιολογικών αναγκών και την εξασφάλιση των υλικών αγαθών. Πώς αλλιώς μπορούμε να ελπίζουμε ότι οι σπουδαστές μας, θα μείνουν μακριά από τις ατραπούς που τους οδηγούν στα ναρκωτικά, τη σχολική και κοινωνική παραβατικότητα και τη ξενοφοβία, εάν δεν στραφεί η εκπαίδευση μας, όχι μόνο στη καλλιέργεια του νου, αλλά και του πνεύματος, της ψυχής;
Σκοπός της παιδείας κατά τους Τρεις Ιεράρχες, είναι να πλάσουμε στους νέους μας, δυνατούς και αισιόδοξους χαρακτήρες, παιδιά με γενναία φρόνηση και αντιστάσεις μπροστά στους κινδύνους και τις θλίψεις της ζωής, με σταθερή και διαρκή αγωνιστικότητα, ώστε να μην λυγίζουν μπροστά στις δυσκολίες και τις δυσμενείς συνθήκες της βιοπάλης. Να αποκτήσουν φωτεινή διάνοια, ισχυρή και αγαθή βούληση, φιλάνθρωπα και ευγενή αισθήματα, προς τους συνανθρώπους τους, να γίνουν πρωτίστως ωφέλιμοι και ενεργοί πολίτες και όχι απλά ειδικευμένοι εργάτες και υπάλληλοι. Ακριβώς γι’αυτό φίλες και φίλοι, Οι διδαχές των τριών Μεγάλων Πατέρων παραμένουν επίκαιρες και διαχρονικές. Η κοινωνία μας έχει εισέλθει τα τελευταία χρόνια σε μια παρατεταμένη περίοδο κοινωνικής σήψης και ατομικής αποξένωσης. Σε μια κοινωνία συνεπώς, που μαστίζεται από κενότητα, έλλειψη ιδανικών και προτύπων, σε μια εποχή των τέλειων μέσων και των συκχεχυμένων σκοπών, όπου ο άνθρωπος εξελίσσεται σε απάνθρωπο και η ηθική κρίση διογκώνεται επικίνδυνα, η επιστροφή σε παραδοσιακές κοινωνικές και ηθικές αξίες, είναι το ολιγότερο επιβεβλημένη.
Αταλάντευτή θέση και απαίτηση μας είναι ότι, η επικείμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα πρέπει να στοχεύει στην επανασύσταση ενός σχολείου παιδαγωγικού, ενός σχολείου με ανθρωπιστική κατεύθυνση, που να βασίζεται στα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη. Στις ελληνοχριστιανικές αξίες, που φώτισαν την ανθρωπότητα, που αναγέννησαν κάποτε την Ευρώπη από τα σκότη του μεσαίωνα, που ανέδειξαν και καταξίωσαν το ελληνικό έθνος στη συνείδηση των λαών της γης. Συνεπώς, την στιγμή που η ανθρωπότητα αναγνωρίζει τις αξίες αυτές ως οικουμενικές, κάθε προσπάθεια παραχάραξης και ισοπέδωσης της ελληνοχριστιανικής μας, εθνικής και ιστορικής μνήμης, δεν θα συναντήσει απλά την αντίθεση, αλλά την αντίδραση μας. Στο όνομα καμιάς προσπάθειας, είτε αυτή ονομάζεται κουλτούρα ειρηνικής συνύπαρξης, είτε οτιδήποτε άλλο, δεν θα ανεχθούμε να αποτελέσει, ειδικά το μάθημα της ιστορίας, όχημα προαγωγής ξεπερασμένων όχι μόνο ιδεολογικών, αλλά και ιστοριογραφικών αντιλήψεων.
Σε ένα ακατάσχετα παγκοσμιοποιημένο πολιτισμικό περιβάλλον, και κυριότερα σε μια ημικατεχώμενη πατρίδα, που βρίσκεται διαχρονικά στο στόχαστρο της τουρκικής επεκτατικής βουλιμίας, έχουμε χρέος στους νεκρούς και στους αγέννητους, να διαφυλάξουμε την ελληνική μας συνείδηση ως κόρη οφθαλμού. ∆εν προτρέχουμε να κριτικάρουμε την προσπάθεια αναθεώρησης των σχολικών αναλυτικών προγραμμάτων. Αντιδρούμε γιατί τα δείγματα γραφής αυτής της διακυβέρνησης, αναφορικά με το όλο ζήτημα, είναι ανησυχητικά. Πώς αλλιώς μπορούν να χαρακτηριστούν οι δηλώσεις και οι ενέργειες των ΑΚΕΛικών στελεχών και των εντεταλμένων τους για Τη Χρεωκοπία του συνθήματος «∆ΕΝ ΞΕΧΝΩ» Τα δήθεν Εθνικιστικά και σωβινίστικά στοιχεία στην παιδεία μας, που πρέπει να απαλειφθούν Το ότι η ιστορία μας γράφτηκε από τη δεξιά Το ότι ήρθε η ώρα τα παιδιά μας να μάθουν την αληθειά για το παρελθόν Τη θέση του Γραφείου Παιδείας του ΑΚΕΛ για κατάργηση των σχολικών παρελάσεων. τη προσπάθεια ποδηγέτησης των ε/κ μαθητών στην Αγγλική σχολή με τη αφαίρεση και κατάργηση της διδασκαλίας του έργου της 9ης Ιουλίου, του σταυρού και των θρησκευτικών εικόνων από τις αίθουσες διδασκαλίας, της ελληνικής σημαίας -ακόμα και από το χώρο του μνημείου του ήρωα Μιχαλάκη Καραολή. Μακάρι φίλες και φίλοι, να μπορούσαμε να πούμε ότι όλα αυτά είναι τυχαία. Μακάρι να μπορούσαμε να αγνοήσουμε ακόμα και τη τελευταία εγκύκλιο του Υπουργού Παιδείας.
Μακάρι να μπορούσαμε να αγνοήσουμε την επιμονή του Προέδρου της ∆ημοκρατίας, να αναφέρεται μόνο σε μελανές σελίδες της ιστορίας μας, τόσο κατά τον αγώνα της ΕΟΚΑ, όσο και στα πρώτα χρόνια της ∆ημοκρατίας, ταυτίζοντας την πατριωτική δράση με τον σοβινισμό. Ας προσπαθούν να θολώσουν τα νέρα, ας προσπαθούν να εκτρέψουν τη συζήτηση χαρακτηρίζοντας τις αντιδράσεις του κόσμου παράλογες και αδικαιολότητες. Εύκολα συνάγεται μέσα από τα συγκεκριμένα παραδείγματα ότι, όπου υπάρχει καπνός υπάρχει και φωτιά. Εμείς ως παράταξη, έχουμε διαμηνύσει και σήμερα, αλλά και παλαιότερα με αφορμές τα γνωστά ολισθήματα της αριστεράς που απαξίωνε και ταυτοποιούσε τη δράση της ΕΟΚΑ με τη τρομοκρατική ΤΜΤ, ότι δεν θα ανεχτούμε την οποιάδήποτε προσπάθεια παραχάραξης της ιστορίας μας, και ότι αυτό θα συνιστά casus belli και προσπάθεια αφελληνισμού.
Κανένας, και ειδικά το ΑΚΕΛ, με τα βαρίδια της στάσης του κατά τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ, το 55-59, δεν βρίσκεται σε θέση να αμαυρώνει, τον πιο υπέροχο αγώνα του κυπριακού ελληνισμού. Γιατί η προσφορά της γενιάς του ’55, συνίσταται ακριβώς στη ενσάρκωση, των διδαγμάτων και των ελληνοχριστιανικών αξιών, που πρώτοι πάντρεψαν και μας παρέδωσαν οι τρείς Ιεράρχες. Γι’αυτό αποδίδουμε στην μεν αγιότητα των τριών Ιεραρχών, τη τιμή για τη σύνθεση της ελληνοχριστιανικής μας παιδείας, στους δε αγωνιστές της ΕΟΚΑ οφείλουμε το σεβασμό γιατί την εγκολπώθηκαν, την εμπλούτισαν και μας την μεταλαμπάδευσαν.
|