Εισήγηση του Προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών στο Διεθνές Συνέδριο «Διοίκηση, Δημοκρατία, Λογοδοσία»

Πέμπτη, 04 Νοέμβριος 2010 15:06    PDF Εκτύπωση E-mail

 

Εισήγηση τουΠροέδρουτης Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών στοΔιεθνές Συνέδριο «Διοίκηση, Δημοκρατία, Λογοδοσία» --Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου-- Δυνατότητες Ελέγχου, Λογοδοσίας της Διοίκησης ως αντικείμενο διεύρυνσης της Δημοκρατίας. Είναι με ιδιαίτερη χαρά και ευχαρίστηση που αποδέχθηκα την τιμητική πρόσκληση, να συμμετέχω στο ∆ιεθνές Συνέδριο που διοργανώνεται στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και το οποίο καταπιάνεται με ένα από τα πιο σοβαρά και επίκαιρα ζητήματα που απασχολούν τον θεωρητικό και σύγχρονο πολιτικό λόγο. Επιτρέψετε μου λοιπόν καταρχάς, να συγχαρώ θερμά για την πρωτοβουλία τους διοργανωτές του συνεδρίου, το οποίο – δεδομένων του θεματολογίου και της παρουσίας τόσων εκλεκτών ομιλητών – παραμένω απόλυτα βέβαιος ότι θα επιτύχει στο έπακρο τους σκοπούς του. Κυρίες και Κύριοι, Είναι γενικά παραδεκτό ότι, η συλλογική ευημερία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η ίδια η εμβάθυνση του δημοκρατικού πολιτεύματος καθορίζεται και εξαρτάται από την οργάνωση, λειτουργία και το παραγόμενο αποτέλεσμα της δημόσιας διοίκησης.

Το όλο ζήτημα, το τελευταίο καιρό έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις καθότι φαινόμενα όπως η αναξιοκρατία, οι αυθαιρεσίες, οι αθέμιτες συναλλαγές και η αδιαφάνεια, αποτελούν συμπτώματα μιας πολυδιάστατης κρίσης που ταλανίζει τη δημόσια διοίκηση και η οποία χρειάζεται αντίστοιχα να αντιμετωπιστεί άμεσα, με σαφείς και συντονισμένες πολυδιάστατες ενέργειες. Είναι γι΄αυτό σημαντικό, το κράτος να λογοδοτεί και να ελέγχεται, να διαθέτει ικανοποιητικούς μηχανισμούς που να συμβάλουν στην εμβάθυνση του κράτους δικαίου και στην βελτίωση της ποιότητας της δημοκρατίας. Βέβαια, όπως έχει ήδη επισημανθεί, η προσπάθεια αυτή ουδόλως εξυπηρετείται όταν η λογοδοσία εκλαμβάνεται ως μια τυπική υποχρέωση υποβολής εκθέσεων πεπραγμένων, αλλά όταν διαθέτει την έννοια της ευθύνης για τις πράξεις ή παραλείψεις, που δεν υπακούουν στη νομιμότητα. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η Έκθεση της Γενικής Ελέγκτριας, της οποίας οι επισημάνσεις για τα φαινόμενα διαφθοράς, απάτης και ατασθαλιών στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, επαναλαμβάνονται καθεχρονικά και σε ορισμένες περιπτώσεις μάλιστα, αφορούν τα ίδια όργανα της διοίκησης.

Γι’αυτό, στις εμπεδωμένες δημοκρατίες, το δικαστικό σύστημα και το κοινοβούλιο έχουν εξελιχθεί σε κατ' εξοχήν θεσμικά όργανα ελέγχου και λογοδοσίας της εκτελεστικής εξουσίας και, γενικότερα, του κρατικού μηχανισμού. Η συμβολή του δικαστικού συστήματος, όχι μόνο δια του αποτελέσματος της δικαστικής απόφασης, αλλά και δια της νομολογίας του δικαστηρίου, έχουν σε σημαντικό βαθμό διαπλαστικό χαρακτήρα στη διαμόρφωση νομικών αρχών και δεσμευτικών κανόνων, που έρχονται για να καλύψουν κενά της νομοθεσίας μας. Ενδεικτική είναι η θεσμοθέτηση των Γενικών Αρχών του ∆ιοικητικού ∆ικαίου, με το Νόμο 158(Ι)/1999, στον οποίο επαναλαμβάνονται οι αρχές που διαμορφώθηκαν από την νομολογία του Ανωτάτου ∆ικαστηρίου και ρυθμίζει τα πλαίσια δράσης της διοίκησης, όπως είναι η αρχή της νομιμότητας, η υποχρέωση της αιτιολόγησης μιας διοικητικής πράξης, η διασφάλιση του δικαιώματος προσώπου να αναφέρεται στις Αρχές, η αρχή της χρηστής διοίκησης και άλλες. Ταυτόχρονα όμως η σημερινή πολυπλοκότητα και ο μεγάλος αριθμός των υποθέσεων, επιβάλλουν τη δημιουργία ενός ξεχωριστού διοικητικού δικαστηρίου, ώστε να μπορέσει η δικαιοσύνη να συνεχίσει το δημιουργικό της ρόλο, στην προσπάθεια ουσιαστικής λογοδότησης της διοίκησης. Τ

ο επιδιωκόμενο αποτέλεσμα από τη εισαγωγή του θεσμού της αυτόνομης και εξειδικευμένης διοικητικής δικαιοσύνης, απαλλαγμένης από τους δικονομικούς φορμαλισμούς των τακτικών δικαστηρίων, είναι διττό: πρώτον, η ταχύτητα στην απονομή της δικαιοσύνης, με την οποία πραγματώνονται σημαντικές διαστάσεις του δικαιώματος δικαστικής προστασίας και την διαφύλαξη του κράτους δικαίου, και δεύτερο, η διασφάλιση της αποτελεσματικής εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης και της συμμόρφωσης της διοικητικής αρχής. Με πρωτοβουλία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών συζητούμε προς την ίδια κατεύθυνση, την θεσμοθέτηση μηχανισμού ελέγχου και επιβολής, υπό την έννοια του καταλογισμού ευθυνών και της τιμωρίας, των διοικητικών οργάνων που παραλείπουν να συμμορφωθούν με τις αποφάσεις του δικαστηρίου αυτού και το δεδικασμένο.

Επιπρόσθετα, αξιολογώντας τις συνεχώς αυξανόμενες και μεταβαλλόμενες ανάγκες των σύγχρονων κοινωνιών, έχουν αναπτυχθεί ημιαυτόνομοι εναλλακτικοί μηχανισμοί ελέγχου και εμπέδωσης του κράτους δικαίου, όπως για παράδειγμα στο τόπο μας ο Επίτροπος ∆ιοικήσεως και η Αρχή κατά του Ρατσισμού, ο Επίτροπος Προστασίας των ∆εδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, η Ανεξάρτητη Αρχή ∆ιερεύνησης Παραπόνων κατά της Αστυνομίας και άλλοι, οι οποίοι δεδομένης της ευελιξίας και της εξειδίκευσης τους, μπορούν να διασφαλίσουν τη προστασία και κατοχύρωση δικαιωμάτων που αδυνατεί ή επιλέγει να μην προστατεύσει η εκτελεστική εξουσία και η διοίκηση. Οι ανεξάρτητες Αρχές όμως, παρά το γεγονός ότι έχουν αποδείξει ότι μπορούν να αποτελέσουν χρήσιμες μονάδες του κράτους δικαίου, εντούτοις είναι πιστεύω ανάγκη να μελετηθεί σοβαρά η πιθανότητα επέκτασης του θεσμού, αλλά και η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων τους.

Όσον αφορά το πρώτο, το δικαίωμα στο απόρρητο της επικοινωνίας αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση, αφού αν και κατοχυρώνεται κατά τρόπο απόλυτο στο Σύνταγμα μας, εν τούτοις η απουσία αρμόδιας ανεξάρτητης Αρχής για την προστασία του, όπως είναι η Αρχή Προστασίας του Απορρήτου της Επικοινωνίας σε άλλες χώρες, δημιουργεί υποψίες για καταχρηστική χρήση των δυνατοτήτων της τεχνολογίας. Αποστολή αυτής της Αρχής θα είναι η διενέργεια τακτικών και έκτακτων ελέγχων των εγκαταστάσεων, συνδέσεων και των αρχείων των οργανισμών διαχείρισης ηλεκτρονικών επικοινωνιών, που βρίσκονται υπό τον άμεσο ή έμμεσο έλεγχο του δημοσίου, καθώς και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, προκειμένου να διαπιστωθεί η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, χρειάζονται νέες πρωτοβουλίες που θα οδηγήσουν στην θεσμική ωρίμανση των ανεξάρτητων Αρχών. Χρειάζεται εμβάθυνση του ρόλου τους, η οποία αφορά ασφαλώς και τη διασφάλιση της υποχρεωτικής εφαρμογής των αποφάσεων τους. ∆υστυχώς, 20 χρόνια μετά την σύσταση του θεσμού του Επιτρόπου ∆ιοικήσεως, παραμένει υπό αμφισβήτηση η υποχρέωση της διοίκησης να συμμορφωθεί με τις εισηγήσεις που καταγράφονται στην έκθεση του. Η πρακτική για παράδειγμα του καταλογισμού ευθυνών και της επιβολής χρηματικών κυρώσεων, έχει αποδειχθεί σε άλλα κράτη ότι μπορεί να επιφέρει ουσιαστικότερα αποτελέσματα στην προστασία του ευαίσθητου τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, από τις εντεινόμενες αυθαιρεσίες του συστήματος της δημόσιας διοίκησης. Από την άλλη, η ίδρυση ανεξάρτητων αρχών πρέπει να γίνεται πάντοτε με φειδώ και μόνο όταν αυτό επιβάλλεται από ιδιαίτερους λόγους και να υπόκεινται στον ουσιαστικό και πραγματικό έλεγχο της Βουλής.

Ο έλεγχος πράξης ή παράλειψης μιας ανεξάρτητης Αρχής, που προκαλεί το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, ασκείται συνήθως από τα πολιτικά κόμματα, τα ΜΜΕ και τις κοινωνικές οργανώσεις. Πρόκειται για άτυπο και πολλές φορές περιστασιακό έλεγχο, ευπρόσδεκτο και αναγκαίο σε μια δημοκρατική κοινωνία. Όμως μια σοβαρή αποτίμηση της δράσης τους κάθε έτος, επιβάλλει την συνολική θεώρηση και ακριβή γνώση του έργου τους από όλους τους βουλευτές και βέβαια την αξιολόγηση του σε όλο του το εύρος. Γι’ αυτό η λογοδοσία και ο έλεγχος των ανεξάρτητων Αρχών εφ’ όλης της ύλης, θα ήταν προτιμότερο να πραγματοποιείται μια φορά τον χρόνο στην Ολομέλεια της Βουλής, ανεξάρτητα από την συζήτηση στις αρμόδιες Κοινοβουλευτικές Επιτροπές των σοβαρών ζητημάτων που προκύπτουν από τις εκθέσεις τους. Με αυτούς τους όρους, η ετήσια έκθεση θα αποκτούσε ουσιαστική σημασία και δεν θα είχε, όπως συμβαίνει σήμερα, συμβατική εν πολλοίς λειτουργία της Αρχής με το Κράτος. Περαιτέρω, αναφορικά με το ρόλο της νομοθετικής εξουσίας στη προσπάθεια επιβολής περιορισμών στη δράση της διοίκησης, το ενδιαφέρον εστιάζεται στο ζήτημα κυρίως της επάρκειας του κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Οφείλουμε να προβούμε στη παραδοχή ότι ο κοινοβουλευτικός έλεγχος σήμερα έχει κυρίως πολιτική αξία και άρα συχνά περιορισμένη αποτελεσματικότητα, χωρίς να μπορεί να εγγυηθεί, με τις προϋποθέσεις που πραγματοποιείται, τη δυνατότητα να εξασφαλίσει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες μπορεί να υπάρξει εγγύηση, ότι το Κράτος και ιδιαίτερα η εκτελεστική εξουσία εφαρμόζει αποτελεσματικά την αρχή της νομιμότητας. Γι’ αυτό προτείνεται η εγγραφή και εξέταση ενός θέματος να είναι δικαίωμα της μειοψηφίας, καθώς και η διεύρυνση των αρμοδιοτήτων των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών, ως προς την ακρόαση και τις δυνατότητες ελέγχου και λογοδοσία της διοίκησης. Προτείνεται η αναθεώρηση της διαδικασίας συζήτησης των θεμάτων που εγγράφονται στο Κεφάλαιο ∆, ώστε αυτή να πραγματοποιείται στην παρουσία του αρμόδιου Υπουργού, ο οποίος να έχει δικαίωμα παρέμβασης. ∆εν θα ήταν ορθό να μην επισημάνω και την υποχρέωση, η Βουλή κατά την άσκηση της αυτής αρμοδιότητας, να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση, να αποφεύγει συμπεριφορές και μεθοδεύσεις που είναι ξένες προς τη θεσμική λογική της λογοδοσίας και του ελέγχου της διοίκησης, και παρορμούνται από την ένσταση του κοινοβουλευτικού ελέγχου και των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Κυρίες και κύριοι,

Η δράση της δημόσιας διοίκησης σε μία δημοκρατική κοινωνία είναι απαραίτητο να υπόκειται σε διαρκή έλεγχο και λογοδοσία. Είναι κοινή διαπίστωση ότι χρειάζεται να τεθούν φραγμοί στην αυταρχικότητα και στις αυθαιρεσίες της διοίκησης με έλεγχο των οργάνων της πολιτείας. Οι ελεγκτικοί θεσμοί που υπάρχουν δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση των σύγχρονων προβλημάτων, με αποτέλεσμα η θεσμική ευπρέπεια και η εξομάλυνση των σχέσεων διοίκησης-πολιτών, να εξακολουθούν να παραμένουν το ζητούμενο. ∆ιαρκής αναζήτηση μας, οφείλει να είναι πάντοτε η σύνδεση των δραστηριοτήτων της διοίκησης με τη δημοκρατική αρχή και το δημόσιο συμφέρον, γεγονός που θα επιτρέψει τη δημιουργία μηχανισμών διαφάνειας και λογοδοσίας, μέσω των οποίων θα καταστεί εφικτός ο στόχος της επαναφοράς του ανθρώπου-πολίτη στο επίκεντρο της δημόσιας δράσης. Ιωνάς Νικολάου Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών