|
Μηχανισμοί ελέγχου και πολιτικές κατάτης διαφθοράςκαιτης διαπλοκής: Τοευρωπαϊκό πλαίσιο καιορόλος της νομοθετικής εξουσίας. Μηχανισμοί ελέγχου και πολιτικές κατάτης διαφθοράςκαιτης διαπλοκής: Τοευρωπαϊκό πλαίσιο καιορόλος της νομοθετικής εξουσίας. Φίλες και φίλοι, Θα ήθελα καταρχάς να ευχαριστήσω την ΝΕ.∆Η.ΣΥ για την πρόσκληση αλλά κυρίως να σας συγχαρώ για τη πρωτοβουλία διοργάνωσης αυτής της εκδήλωσης, που προσδίδει υπόσταση στο προαπαιτούμενο για τη σωστή λειτουργία της δημοκρατίας μας, δημόσιο διάλογο. Τα όσα επακολούθησαν του ξεσπάσματος της γνωστής υπόθεσης με τον ισοβίτη και ειδικότερα ο εξευτελισμός των θεσμών, έχουν καταδείξει, ίσως για πρώτη φορά, τόσο εύλογες υποψίες για το μέγεθος και το βάθος της διαφθοράς στο τόπο μας. ∆ιαφθορά, για την οποία το τελευταίο διάστημα, έχουν μιλήσει τόσο ο Πρόεδρος της ∆ημοκρατίας, καθώς και ανεξάρτητοι αξιωματούχοι όπως ο Γενικός Εισαγγελέας, και η Γενική Ελέγκτρια.
Το καίριο ερώτημα που τίθεται μετά τη παραδοχή, αφορά το πώς ενεργούμε για να περιορίσουμε ή καλύτερα να εμποδίσουμε κατά το δυνατόν, την επανάληψη των κρουσμάτων διαφθοράς και διαπλοκής, στο μέλλον. Η πρόκληση αυτή τη στιγμή, είναι να αποδείξουμε, ότι τα συγκεκριμένα κρούσματα των τελευταίων χρόνων, υπήρξαν απλά παιδικές ασθένειες του θεσμικού, οικονομικού και κοινωνικού μας συστήματος, τις οποίες μπορούμε να ξεπεράσουμε, αρκεί να ληφθούν τα αναγκαία μέτρα και να σταλούν τα ανάλογα μηνύματα, προτού να είναι αργά. Αναντίρρητα λοιπόν, ο δραστικός περιορισμός της διαφθοράς οφείλει να αποτελεί μείζονα συλλογική πολιτική επιδίωξη, με πρωτεργάτη την εκάστοτε κυβέρνησης, ώστε η συλλογικότητα να διασφαλίζει και ανάλογα αποτελέσματα. Αποδεχόμενοι τον ορισμό ότι η διαφθορά συνίσταται στη κατάχρηση δημόσιας εξουσίας για ίδιον όφελος, γίνεται αυτόματα αντιληπτό ότι η διαφθορά και το ρουσφέτι, απειλούν την οικονομία, διαβρώνουν κάθε προοπτική υγιούς και βιώσιμης ανάπτυξης, νοθεύουν την ανταγωνιστικότητα, υποθάλπουν τον παρασιτισμό και υποσκάπτουν τις επενδύσεις και την παραγωγικότητα. Έχει ταυτόχρονα, σημαντική κοινωνική και πολιτική διάσταση αφού η αναξιοκρατία και η διαφθορά, πλήττουν το ηθικό της κοινωνίας και ειδικά των νέων, εντείνουν τις κοινωνικές ανισότητες και υπονομεύουν τη κοινωνική δικαιοσύνη. Γι’ αυτό οι νέοι μας είναι σήμερα περισσότερο απαισιόδοξοι για το μέλλον τους, αφού τα πτυχία και ικανότητες υποτάσσονται στην κομματική ταυτότητα. ∆εν είναι άλλωστε τυχαίο, που ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά» του μίλησε για κίνδυνο της ίδιας της ∆ημοκρατίας από τη διαφθορά. Οι συνέπειες του φαινομένου της διαφθοράς δεν μπορεί παρά να είναι απτές και μετρήσιμες. Επιβαρύνουν την καθημερινή ζωή των πολιτών. ∆εν υπάρχει πολίτης που να μην έχει υποστεί τη βάσανο της γραφειοκρατίας, της αδιαφάνειας και της διαφθοράς. ∆εν υπάρχει επιχειρηματίας ή ελεύθερος επαγγελματίας που να μην έχει γευτεί αυτή την πικρή και εξόχως δαπανηρή εμπειρία. ∆εν υπάρχει εργαζόμενος που να μην ένιωσε μόνος και απροστάτευτος όταν είχε περισσότερο από ποτέ ανάγκη την αρωγή του κράτους. Ένας πολίτης που έχει ανάγκη και δεν εξυπηρετείται, είναι σχετικοποίηση της δημοκρατίας. Μια επιχειρηματική ιδέα που είτε ματαιώνεται και μένει στα χαρτιά είτε καθυστερεί αδικαιολόγητα, είναι απώλεια για την οικονομία και την ανάπτυξη. Η ανάγκη, φίλες και φίλοι, να διασφαλιστεί η ακεραιότητα, η διαφάνεια καθώς και η αξιοπιστία των δημοσίων υποθέσεων και της δημόσιας ιδιοκτησίας αποτελεί, αναμφισβήτητα, μια απαραίτητη προϋπόθεση για την υγιή λειτουργία των θεσμών παγκοσμίως. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες έχει γίνει πλέον σαφές ότι η πρόληψη και η εξάλειψη της διαφθοράς είναι ζήτημα που υπερβαίνει τις όποιες δράσεις στο εθνικό πλαίσιο. Γι΄ αυτό επιβάλλεται να αναληφθούν πρωτοβουλίες και στο διακρατικό επίπεδο. Όσον αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις εξελίξεις στο ζήτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς, η μέχρι σήμερα πρόοδος, δεν ταυτίζεται με τις συλλογικές προσδοκίες. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το άρθρο 29 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφέρεται στη πρόληψη και καταπολέμηση της διαφθοράς είτε αυτή προέρχεται από το οργανωμένο έγκλημα είτε άλλως πως, ως ένα από τους κύριους στόχους για εγκαθίδρυση του ευρωπαϊκού χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης. Το ενδιαφέρον της Ένωσης γίνεται κατανοητό εάν ληφθεί υπόψην το γεγονός ότι η διαφθορά μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επηρεάσει τους τρεις βασικούς τομείς ενδιαφέροντος της, δηλαδή την εφαρμογή του κοινοτικού κεκτημένου, την ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς, καθώς και τη ποιότητα των δημοκρατικών θεσμών και των δημοκρατικών αξιών, που η Ένωση επιθυμεί να προαγάγει. Παρόλα αυτά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν προχώρησε στην λήψη σημαντικών και αποτελεσματικών μέτρων κατά της διαφθοράς, περιορίστηκε σε μέτρα που αφορούν την προάσπιση των Ευρωπαϊκών θεσμών, ειδικότερα μετά το σκάνδαλο Σαντερ και την παραίτηση της Επιτροπής, όπως είναι η σύσταση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας (OLAF/ European Anti-Fraud Office) καθώς και η συνομολόγηση δύο συμβάσεων για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ενωσης και των αξιωματούχων της Κοινότητας και των Κρατών Μελών. Στο ίδιο πλαίσιο θα πρέπει να αντικρίζεται η κατάθεση των προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη διαφθορά, που κοινοποιήθηκε το Μάιο του 2003 και οι οποίες αναφέρονται στην απαίτηση για επίδειξη ισχυρής πολιτικής βούλησης από το υψηλότερο δυνατό επίπεδο, την ενίσχυση από τα κράτη μέλη των μηχανισμών διερεύνησης, διορίζοντας εξειδικευμένο προσωπικό στην μάχη εναντίον της διαφθοράς, και την εντατικοποίηση της προσπάθειας καταπολέμησης της πολιτικής διαφθοράς και της παράνομης χρηματοδότησης. Σε αυτό το κείμενο η Επιτροπή καθορίζει τις προθέσεις της όσον αφορά τη μείωση και καταπολέμηση της διαφθοράς σε όλα τα επίπεδα: στα κοινοτικά θεσμικά όργανα, στα κράτη μέλη, καθώς και στις σχέσεις της με τρίτες χώρες, χωρίς να προχωρήσει στη λήψη συγκεκριμένων και πρακτικών αποφάσεων. Η έλλειψη αυτή αποδίδεται στην αδυναμία συμφωνίας μεταξύ των Κρατών Μελών, αφού δεν υπάρχει ενιαία κοινοτική πολιτική στα ζητήματα της διαπλοκής και διαφθοράς. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τον ∆εκέμβριο του 2003, δηλώνοντας τη ευαρέσκεια του για το κείμενο της Κομισιόν, κάλεσε την Επιτροπή να προετοιμάσει το έδαφος για προσχώρηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις δύο συμβάσεις για τη ∆ιαφθορά του Συμβουλίου της Ευρώπης. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, έχει να επιδείξει αξιοσημείωτη δράση σε αυτό το κεφάλαιο και αποτελεί ίσως τον μοναδικό υπερεθνικό οργανισμό, που έχει εστιάσει τόσο μεγάλη σπουδή στο κεφαλαιώδες αυτό ζήτημα, της πρόληψης και πάταξης της διαφθοράς. Ανακεφαλαιώνοντας, παρά το γεγονός ότι σοβαρά σκάνδαλα ταλανίζουν σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία ακόμα και την Βρετανία, η πλειοψηφία των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν υιοθετήσει ως επί το πλείστον τις ευρωπαϊκές συμβάσεις, τα σχέδια δράσης και τις εισηγήσεις της Επιτροπή για σύσταση μιας κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής για καταπολέμηση της διαφθοράς. Εκ των πραγμάτων, η Ευρωπαϊκή Ένωση σήμερα, αναγκάζεται να στραφεί προς το Συμβούλιο της Ευρώπης για να καλύψει το κενό που δημιουργεί η απροθυμία των κρατών να εκχωρήσουν αρμοδιότητες σε αυτή τη σφαίρα της εθνικής τους πολιτικής. Το συμβούλιο της Ευρώπης ήδη από το 1999, έχει συστήσει την Ομάδα Κρατών εναντίον της ∆ιαφθοράς, τη γνωστή GRECO, της οποίας η χώρα μας αποτέλεσε ιδρυτικό μέλος. Σκοπός της επιτροπής GRECO είναι να ενισχύσει τη δυνατότητα των κρατών να πατάξουν τα φαινόμενα διαφθοράς, μέσω μιας δυναμικής διαδικασίας συμμόρφωσης προς τα καθορισμένα πρότυπα και τις συνομολογημένες Συμβάσεις, χρησιμοποιώντας την διαδικασία της αμοιβαίας αξιολόγησης. Η παρακολούθηση και αξιολόγηση στηρίζεται σε πληροφορίες που λαμβάνονται είτε μέσα από ερωτηματολόγια που απαντούν οι εθνικές αρχές, είτε μέσω συλλογής από τις επί τόπου επισκέψεις της Επιτροπής. Η διαδικασία αυτή συντελεί στο εντοπισμό των αδυναμιών των εθνικών πολιτικών και παρέχει τη ευκαιρία για νομοθετικές, θεσμικές αλλά και πρακτικές μεταρρυθμίσεις. Από το 2000 έχουν συμπληρωθεί δύο γύροι αξιολόγησης ενώ αναμένονται τα ευρήματα του τρίτου γύρου που ξεκίνησε το 2007. Σε γενικές γραμμές οι ομάδες της Επιτροπή GRECO που αξιολόγησαν τη χώρα μας σε διαφορετικές θεματικές, έχουν διαπιστώσει σχετική επάρκεια των μέτρων κατά της διαφθοράς, προβαίνοντας παράλληλα σε εισηγήσεις βελτίωσης. Για κάποιες από τις προτάσεις που έχουν εισηγηθεί, έχουν ληφθεί συγκεκριμένα ορθά μέτρα, ενώ για κάποιες άλλες επισημάνσεις, η απουσία πολιτικής βούλησης στο εσωτερικό, επηρέασε αρνητικά την εφαρμογή τους. Για παράδειγμα, απόρροια του πρώτου γύρου αξιολόγησης της Κύπρου από την GRECO, ήταν η δημιουργία του Συντονιστικού Φορέα εναντίον της ∆ιαφθοράς. Όσον αφορά τον ίδιο τον Φορέα, σε μεταγενέστερο στάδιο η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτός θα έπρεπε να ενδυναμωθεί και να διευρυνθούν οι όροι εντολής του, ώστε να μπορεί να καλύψει ζητήματα διαφθοράς στη δημόσια διοίκηση. Η Κυπριακή ∆ημοκρατία ουδέν έπραξε προς αυτή τη κατεύθυνση μέχρι σήμερα και ο Φορέας έχει περιπέσει σε απραξία. ∆εύτερον, μας είχαν τονίσει την ανάγκη για δημιουργία διαδικασίας ελέγχου της διαπλοκής στη δημόσια υπηρεσία, με την υιοθέτηση του πόθεν έσχες, που θα απέτρεπε μεταξύ άλλων τον αθέμιτο πλουτισμό. Σήμερα, αν και στο Νόμο της ∆ημόσιας Υπηρεσίας υπάρχει σχετική πρόνοια για υποβολή δηλώσεων για την περιουσιακή κατάσταση του υπαλλήλου, εν τούτοις αυτή παραμένει ανεφάρμοστη, σε σημείο που η ίδια η εκτελεστική εξουσία αποφάσισε την κατάργηση της. Αντί λοιπόν να προνοήσουμε για την εφαρμογή του νόμου, προτιμήσαμε με λίγα λόγια τη κατάργηση του, πράγμα που δεν έγινε αποδεκτό στην Επιτροπή Νομικών. Το τρίτο και τελευταίο παράδειγμα, αφορά τη σύσταση της GRECO για καταπολέμηση της γραφειοκρατίας, αφού αυτή εντάσσεται στα αίτια που προκαλούν διαφθορά. Αντί λοιπόν το κράτος να απλοποιήσει τις διαδικασίες, προβαίνει σε πράξεις που απλά δυσχεραίνουν το όλο πρόβλημα. Σε ορισμένες περιπτώσεις προτάσσονται πρόσθετες απαιτήσεις ή διαδικασίες, που τελικά βραχυκυκλώνουν την κατασκευή των έργων με γραφειοκρατικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα να προκαλούνται καθυστερήσεις και υποχρεώσεις για αποζημιώσεις. Ξεχωριστό παράδειγμα είναι η Επιτροπή Αλλαγών. Συμπερασματικά, η συμμετοχή της Κύπρου στην Επιτροπή GRECO του Συμβουλίου της Ευρώπης, μπορεί να αξιολογηθεί ως επωφελής, αναφορικά με τον μόνιμο και διαρκή στόχο της πρόληψης κρουσμάτων διαφθοράς. Εντούτοις όπως διαπιστώσατε και από τα προαναφερθέντα παραδείγματα, η συμμετοχή μας θα μπορούσε να ήταν ουσιαστικότερη εάν υπήρχε η απαραίτητη πολιτική βούληση για συμμόρφωση με τις διαπιστώσεις της Επιτροπής. Υπάρχει ασφαλώς άπλετος χώρος για βελτίωση των διαδικασιών και σε αυτό το τομέα, η νομοθετική εξουσία έχει σημαντικό έργο να διαδραματίσει. Νομοθετικές ρυθμίσεις Η προσπάθεια αυτή θα πρέπει να διέπεται από τις αρχές του κράτους δικαίου, της χρηστής διαχείρισης δημοσίων θεμάτων και της δημόσιας υπηρεσίας, της ακεραιότητας, της διαφάνειας και της εγκυρότητας καθώς και την προαγωγή της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών. Τα οποιαδήποτε μέτρα ή διαδικασίες πρέπει να αξιολογούνται συχνά για να διαπιστώνεται η επάρκεια τους, για την αποτροπή και καταπολέμηση της διαφθοράς. • Αναθεώρηση των αρχών των νομικών διαδικασιών πρόσληψης, υπηρεσίας, αξιολόγησης και προαγωγής των δημοσίων υπαλλήλων, με την ενίσχυση της αξιοκρατίας, της διαφάνεια και την εισαγωγή αντικειμενικών κριτηρίων αξιολόγησης και κρίσης των, περιλαμβανομένου του περιορισμού της υποκειμενικής κρίσης. • Εισαγωγή Κώδικα δεοντολογίας των δημοσίων υπαλλήλων, με την θεσμοθέτηση των αναγκαίων θεμελιωδών αρχών, μεταξύ των οποίων της αρχής της ακεραιότητα, της εντιμότητα και της υπευθυνότητας, πρότυπα για τη χρηστή, έντιμη και επαρκή άσκηση του λειτουργήματος του δημοσίου υπαλλήλου • Η αποτελεσματική καθιέρωση του πόθεν έσχες στη δημόσια υπηρεσία αλλά και γενικά στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Την καθιέρωση μέτρων και διαδικασιών ώστε οι κρατικοί λειτουργοί να δηλώνουν σε αρμόδιες αρχές μεταξύ άλλων, τις εξωτερικές δραστηριότητες, εργασίες, επενδύσεις, περιουσιακά στοιχεία και σημαντικά δώρα ή επιδόματα, από τα οποία είναι δυνατό να προκύψει σύγκρουση συμφερόντων σε σχέση με τα καθήκοντα τους. • Η ενίσχυση της διαφάνειας, του ανταγωνισμού και των αντικειμενικών κριτηρίων κατά τη λήψη των αποφάσεων στις διαδικασιών κατακύρωσης των κρατικών προμηθειών και τη διαχείριση κρατικών εσόδων. Η εισαγωγή του μαθηματικού τύπου στη ανάθεση των δημοσίων προσφορών, ο περιορισμός της υποκειμενικής κρίσης, η καθιέρωση συγκεκριμένων και σαφών προϋποθέσεων συμμετοχής συμπεριλαμβανομένων των κριτηρίων επιλογής και κατακύρωσης, η παραχώρηση επαρκούς χρόνου για να ετοιμάσουν και υποβάλουν την προσφορά τους είναι μεταξύ των νέων μέτρων που δυνατό να περιορίσουν το κίνδυνο διαφθοράς. • Αναθεώρηση ή κατάργηση της νομοθεσίας για την ποινικοποίηση του ρουσφετιού, ώστε αυτή είτε να αξιοποιηθεί για το σκοπό που ψηφίστηκε είτε να καταργηθεί. Για παράδειγμα, πρέπει να ενισχυθεί η διαδικασία διερεύνησης μιας υπόθεσης, περιλαμβανομένης και της διευκόλυνσης υποβολής καταγγελιών• Ενίσχυση των διαδικασιών ή ρυθμίσεων που θα επιτρέπουν στο ευρύ κοινό να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες αναφορικά με την οργάνωση, λειτουργία και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της δημόσιας διοίκησης, ώστε το κοινό να ασκεί τον αναγκαίο έλεγχο • Νομοθετικά και άλλα μέτρα που θα διευκολύνουν τον έλεγχο και την δίωξη ως ποινικού αδικήματος της υπόσχεσης, προσφοράς ή παροχής σε δημόσιο λειτουργό, ή τη ζήτηση ή αποδοχή από κρατικό λειτουργό, άμεσα ή έμμεσα αθέμιτου οφέλους. Την αναθεώρηση, αποσαφήνιση ή υιοθέτηση των αδικημάτων δωροδοκίας κρατικών λειτουργών, δωροδοκίας ξένων κρατικών λειτουργών • Καθιέρωση ενός σώματος ή προσώπων εξειδικευμένων στην καταπολέμηση της διαφθοράς μέσω των διωκτικών αρχών. Τέτοιο σώμα ή πρόσωπα πρέπει να έχουν την αναγκαία ανεξαρτησία, την κατάλληλη εκπαίδευση και να διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους για να εκτελούν τα καθήκοντα τους αποτελεσματικά. ∆εν είναι ο ρόλος ή τουλάχιστο δεν είναι ο πρωταρχικός ρόλος της Ελεγκτικής Υπηρεσίας ο εντοπισμός και η τεκμηρίωση φαινομένων διαφθοράς. Η ανάθεση της ευθύνης για την πρόληψη και αποκάλυψη των φαινομένων διαφθοράς στη διεύθυνση κάθε υπουργείου ή υπηρεσίας ή οργανισμού δεν είναι επαρκές μέτρο. Τέτοιο σώμα έχει η Σλοβενία. • Σημαντική είναι η λήψη νομοθετικών ή άλλων μέτρων που θα προάξου την συνεργασία μεταξύ του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, ώστε να ενθαρρύνονται πολίτες, να καταγγέλλουν στις κρατικές και διωκτικές αρχές τη διάπραξη αδικημάτων που σχετίζονται με τη διαφθορά. Η έλλειψη εμπιστοσύνης στους θεσμούς και ο εξευτελισμός που έχουν υποστεί τον τελευταίο καιρό αποτελεί τροχοπέδη στην υποβολή καταγγελιών. Για παράδειγμα πολίτης που θα καταγγείλει να μην κινδυνεύει να του καταλογιστεί ευθύνη για διάπραξη αδικήματος, δηλαδή να μην έχει προσωπική ποινική ευθύνη. Πρέπει να κτυπηθεί η ανοχή και η απάθεια των πολιτών, χωρίς βέβαια να λησμονούμε ότι ορισμένοι πολίτες είναι μέρος του προβλήματος εφόσον μετέρχονται αθέμιτα μέσα. • Ενίσχυση του θεσμικού πλαισίου που ρυθμίζει την αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων ώστε να είναι εφικτή η διεκδίκηση και αποκατάστασης της ζημιάς του δημοσίου, που προξενήθηκε είτε λόγω διαφθοράς δημοσίου υπαλλήλου είτε από δόλια ή παράνομη πράξη ή παράλειψη ή ασύγγνωστη αμέλεια του δημοσίου υπαλλήλου • Χρηματοδότησης Πολιτικών Κομμάτων και Προεκλογικών Εκστρατειών αξιωματούχων δημοσίων διεθνών οργανισμών, αδικαιολόγητο πλουτισμό, εκ προθέσεως κατάχρηση αρμοδιοτήτων, καθώς και των αδικημάτων που σχετίζονται με τον ιδιωτικό τομέα, της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, τη κατάχρηση περιουσίας στο ιδιωτικό τομέα • Ανάκτηση περιουσιακών στοιχείων και αποκατάσταση ζημιάς. Καθιέρωση των αναγκαίων νομοθετικών η άλλων μέτρων που θα επιτρέψουν την απευθείας ανάκτηση των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και μηχανισμών ανάκτησης περιουσίας μέσω διεθνούς συνεργασίας για δημεύσεις, περιλαμβανομένης της επιστροφής ή διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων. Ιωνάς Νικολάου Αντιπρόεδρος ∆ημοκρατικού Συναγερμού Πρόεδρος Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών |


